Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρμονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρμονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Ο ζωγράφος


Nα 'χεις καημό στα χρώματα,
να 'σαι φτωχός ζωγράφος,
σύγνεφο είσαι παναπεί
σφαχτάρι κι Άγιος Τάφος :  

στο γαλανό του αιθέρα ζεις
στο κόκκινο του αιμάτου,
στον μαύρο τον αμάραντο
τον οίστρο του θανάτου . 

............................................
Μανούλα σου η ερημιά,
ο ίσκιος σου παρέα,
πατρίδα σου τα χρώματα
σπίτι  σου και σημαία.

.......................................
Να κυνηγάς την Ομορφιά
να 'σαι φτωχός ζωγράφος,
σ' έπλασε ο Πλάστης παναπεί
να σε δεχτεί ο Άθως :  

με κόσμο είσαι μονάχος σου,
μονάχος σου είσαι χίλιοι,
για χίλιους παίρνεις τα φιλιά
της Αρμονίας, στα χείλη...  

 ..................................................
Μανούλα σου η ερημιά,
ο ίσκιος σου παρέα,
πατρίδα σου τα χρώματα
σπίτι   σου  και σημαία.

Ο αστός


Πώς αρρωστάει  ένα σκυλί

και σούρνεται στις στράτες,

με τη συμπόνοια της νυχτός

στις ψειριασμένες πλάτες,  

 



έτσι βαριαρρωστάει ο αστός

απ' τις φασκιές του ακόμα,

μακριά απ' της Πίνδου το ηλιοφώς

τους κέδρους και το χώμα.  
 

 


Ψάχνει στο λούσο τη χαρά,

την πρέζα στις οθόνες,

σπέρνει συμβάσεις και φλουριά, (σπέρνει,ποτίζει τα φλουριά)

θερίζει παγετώνες.   

................................................

Άστρο μονάχο μια νυχτιά,

πριχού χαθεί και δύσει,

γυρνά κι οπίσω του κοιτά :

στιγμή δεν έχει ζήσει,   



σαν σπόρος στο μπετό ψηλά,

που η μοίρα η κακιά του

χέρσα τού εφύλαγε γωνιά

κι εχάθηκεν -αλιά του...!

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Ραμπιήλ : ο αρχάγγελος των βουνών

Τ' ανθάκια στο ροδάμι ανθούν,

στον Έρωτα τα νιάτα

κι η πέτρα στα φτωχόσπιτα

και στου βουνού τη στράτα.  

 



Ανθίζει και στου αρχάγγελου

του Ραμπιήλ το μάτι,

που χτίζει απ' την Πετρόστρουγκα

στον ήλιο μονοπάτι.
 


Χτίζει και πετρογέφυρα

με τη ζερβή φτερούγα,

να πάει στο Δία ο Αλάχ 

κι ο Γιαραμπής στο   Βούδα.  

 



Να πάει κι ως τ' άστρο ο μοναχός

κι ο μόνος ως το χιόνι,

σπούργος να γέρνει ανήμπορος

κι αητός να ξημερώνει.  

 



Να πάει κι ο κόσμος για να πιει

απ' του βουνού το γάλα,

να γίνεται ομορφότερος

κι αξιότερος μια στάλα. 

 



Να πάω κι εγώ ως τα ρόμπολα

της Πίνδου ,πριν να φέξει,

τους στίχους μου πεντόβολα

να παίζω λέξη-λέξη,  

 



να τους πετάω σφυρίζοντας

ψηλά στα συννεφάκια

και να γυρνούν μελίσματα

κι έτοιμα τραγουδάκια,
 


να τα φορτώνει ο Ραμπιήλ

στις άσπρες του φτερούγες,

να τα σκορπάει το χάραμα

στου Σύμπαντος τις ρούγες,  




να τα 'χουν οι μονόλυκοι

παρέα κι οι κοτσυφάδες

και τ' Αλωνάρη οι τζίτζηκες

οι πρωτολαλητάδες,

 



να τα 'χει κι η μανούλα μου

πίσω απ' τον μαύρον ήλιο,

να νιώθει το μνημούρι της

πύργο ψηλό, προσήλιο.