Μια μωβ, αχ να 'μουν πινελιά
στον ουρανό το δείλι
μια πινελιά μενεξεδιά
στου Ζέφυρου τα χείλη
κι όσο, μάνα μ' , θα σώνεται
ο ήλιος , ν' αυγατάω,
τ' άστρα να στεφανώνομαι
τη Γη να χαιρετάω!
Κι η θάλασσα η γερόντισσα,
με τη γλαυκή της μπόλια,
Κι η θάλασσα η γερόντισσα,
με τη γλαυκή της μπόλια,
να λειτουργεί στου πέλαγου
την άγια μοσχοβόλια,
και να μου πέμπει γαλανούς
ιριδισμούς κυμάτων,
πρίγκηψ να στέφομαι ορατών,
μάνα μου, κι αοράτων !
Ώσπου, σκιά να χάνομαι
στης νύχτας την αγκάλη,
μέχρι ξανά να γεννηθώ
το δειλινό και πάλι...